0
24

Τα πάθη της ανθρώπινης φύσης παραδίδουν μαθήματα υψηλής ραπτικής σ’ ένα κομψό δράμα αλά παλαιάς κοπής.

Ο σκηνοθέτης του There Will Be Blood (2007) και του Inherent Vice (2014), Paul Thomas Anderson, δημιουργεί αριστοτεχνικά ένα αισθηματικό δράμα εποχής χρησιμοποιώντας ως πατρόν του τις εγγενείς αρετές και τις αδυναμίες της ανθρώπινης ύπαρξης, τις πιο μύχιες συγκρούσεις της, τις παρορμήσεις και τις ενστικτώδεις προσδοκίες της . Με τις επιδέξιες ‘βελονιές’ της μανιέρας του καταφέρνει να συνθέσει έναν κινηματογραφικό μύθο εκλεπτυσμένου ύφους και ξεχωριστής αισθητικής στον οποίο ανιχνεύονται οι συνδηλώσεις ενός γοτθικού ρομάντζου.

Το Phantom Thread, η δεύτερη σε σειρά συνεργασία του σκηνοθέτη με τον καταξιωμένο Daniel Day-Lewis έγινε ένα με τον αέρα της καλής κοινωνίας του Λονδίνου του 1955, βαδίζοντας πλέον δυναμικά στον δρόμο για την 90η Τελετή των Βραβείων της Ακαδημίας. Η ταινία αυτή έχοντας αποσπάσει δύο Χρυσές Σφαίρες, προχωράει με απαράμιλλο στυλ και φινέτσα στο κόκκινο χαλί των Όσκαρ, διεκδικώντας έξι συνολικά υποψηφιότητες συμπεριλαμβανομένης και αυτής του Α’ Ανδρικού Ρόλου για έναν ηθοποιό-ορόσημο στον χώρο της 7ης Τέχνης. Ο πρωταγωνιστής της Αβάσταχτης Ελαφρότητας του Είναι και του ΕιςτοΌνομα του Πατρός, σε μία πιο ώριμη ερμηνεία του προβάρει για τελευταία φορά το ένδυμα της υποκριτικής του δεινότητας και επισφραγίζει με αυτόν τον τρόπο την επί χρόνια λαμπρή του παρουσία στα δρώμενα της μεγάλης οθόνης. Πραγματοποιεί λοιπόν, τον δικό του γύρο του θριάμβου πριν υποκλιθεί για να αποχωρήσει από την σκηνή του κινηματογραφικού θεάματος, και όλα αυτά σε ένα νοσταλγικό ραφιναρισμένο δείγμα κινηματογράφησης, μία ιδιότυπη τελετουργία που λαμβάνει χώρα κατά κύριο λόγο στο ατελιέ ενός πολυτελούς Οίκου μόδας με πελατολόγιο που περιλαμβάνει απαιτητικές γόνους εύπορων και βασιλικών οικογενειών, λάτρεις της θηλυκής κομψότητας και χάρης. Στο περιβάλλον αυτό εκτός από την μεστή σε ενέργεια και νεύρο δημιουργική αύρα  που νιώθεις να πάλλεται στην ατμόσφαιρα, ακούς και το ‘θρόισμα’ από τα φουρό που αγκαλιάζουν τις ελαφρά λικνίζουσες γυναικείες σιλουέτες οι οποίες πηγαινοέρχονται στις κάμαρες της έπαυλης.

Η υπόθεση του έργου αφορά τον Reynolds Woodcock, έναν αναγνωρισμένης φήμης Βρετανό μόδιστρο της δεκαετίας του 1950, φανατικό εραστή της λεπτομέρειας, των τύπων της αριστοκρατικής κουλτούρας, των εργένικων απολαύσεων και της ιδιαίτερης ομορφιάς του γυναικείου φύλου. Η γνωριμία του με μία νεαρή Γερμανίδα σερβιτόρα, την Alma (Vicky Krieps) θα του χαρίσει την μούσα που ανέκαθεν αναζητούσε, αλλά σαν ένα βότσαλο στην λίμνη έρχεται να ταράξει τα μέχρι τώρα ήσυχα νερά της επιμελώς ταχτοποιημένης καθημερινότητάς του, τραβώντας τον στον βυθό πρωτόγνωρων για εκείνον συναισθημάτων και εμπειριών. Η κάπως προστατευτική αδερφή του σχεδιαστή εν ονόματι Cyril (Lesley Manville) αφουγκράζεται την αλλαγή των ισορροπιών στην όλη κατάσταση, λειτουργώντας άλλοτε σαν διαμεσολαβητής του ζευγαριού και άλλοτε σαν επιταχυντής φωτιάς που μπορεί ανά πάσα στιγμή να πυροδοτήσει την ανάφλεξη. Το ειδύλλιο που μοιράζονται οι εκπρόσωποι δύο τόσο αλλιώτικων κόσμων μετεωρίζεται ανάμεσα στην νοοτροπία που ακολουθεί ο καθένας τους ως δείκτη της ζωής του, τα υποκειμενικά ‘θέλω’ και τα ‘πρέπει’ τους, την άμβλυνση ή την όξυνση των αντιθέσεών μεταξύ τους με τον διακαή πόθο για προσωπική ολοκλήρωση και ευτυχία να διατρέχει το κοινό τους βίωμα.

Πρόκειται για την πρώτη σκηνοθετική απόπειρα του Anderson η οποία γυρίζεται εκτός Η.Π.Α., στο γραφικό Lythe, της Αγγλίας και όπου ο ρετρό διάκοσμος είναι αδιαμφισβήτητα πολύ εντυπωσιακός και υποβλητικός, όπως άλλωστε και η φωτογραφία την οποία επιμελήθηκε ο ίδιος. Οι γήινες παλέτες και οι γραμμές στα κοστούμια του Mark Bridges (The Artist) ομολογουμένως και έχουν την τιμητική τους εδώ. Η σχεδόν υπνωτιστική μουσική υπόκρουση του Jonny Greenwood, κιθαρίστα των Radiohead και εγκάρδιου φίλου του Anderson, εμπλουτίζεται με μία μελαγχολική μελωδία πιάνου η οποία έρχεται να χρωματίσει κατάλληλα όλες εκείνες τις συναισθηματικές κλιμακώσεις που καταγράφονται, συμβάλλοντας στην παραστατικότητα και την ζωντάνια της αφήγησης και αποδίδοντας πιο πειστικά τις διακυμάνσεις της έντασης όσον αφορά την δράση της ιστορίας. Ενίοτε ο θεατής θα αισθανθεί κάπως αμήχανα μπροστά στην ωμότητα των επεισοδίων που εκτυλίσσονται ‘ενώπιον’ του, αναλογιζόμενος πάνω στην πολλαπλότητα των μηνυμάτων που συνέχουν την δομή της ταινίας. Η βιτριολική αίσθηση του χιούμορ και η καυστικότητα δεν λείπουν σε ορισμένα σημεία, χωρίς ωστόσο η ταινία να χάνει την στιβαρότητα και την βαρύτητά της.

Το φιλμικό περιεχόμενο που παρακολουθεί κανείς τις  δύο αυτές ώρες θα μπορούσε να είναι λιγάκι πιο σύντομο ως προς την πύκνωσή του χωρίς αυτό να συνεπάγεται αναγκαστικά ότι στερείται κάτι από άποψη ποιοτικής αρτιότητας ή τεχνικής. Ο σεναριακός μίτος και ο τρόπος με τον οποίο αλληλεπιδρούν τα βασικά πρόσωπα, αποπνέει το κοινωνικό περικείμενο, τις νόρμες και τα στερεότυπα της μεταπολεμικής περιόδου του Ηνωμένου Βασιλείου. Ενεργοποιεί τον δέκτη παρέχοντάς του γόνιμα ερεθίσματα ώστε να αποκρυπτογραφήσει τα λιγότερο έκδηλα αλλά εξίσου σημαντικά νοήματα που προσλαμβάνει. Οι παύσεις σε μακρόσυρτες εικαστικές σεκάνς, η χροιά της φωνής των ηρώων, οι μορφασμοί, οι χειρονομίες συντείνουν στην γλαφυρότητα και τον λυρισμό αυτής της περίεργα ελκυστικής δραματουργίας.

Είναι προφανές, πάντως, πως η φιγούρα της γυναίκας είναι ο θεμέλιος λίθος πάνω στον οποίο στηρίζεται η πλοκή. Το εγχείρημα αυτό συνοδεύεται επίσης από ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον σχόλιο πάνω στις διαπροσωπικές επαφές, τις ιδιοσυγκρασιακές διαφορές μεταξύ των ατόμων, την σιγουριά και την ανασφάλεια, την πυγμή και την ενδοτικότητα, τον αυθορμητισμό και αυτοπειθαρχία. Στον πυρήνα του εμπεριέχει το θέμα της ερωτικής προσέγγισης και της αποστασιοποίησης, της ενοχής και της απελευθέρωσης, της ρουτίνας και της ανατροπής της, της εγκράτειας και της παραφοράς, του ελέγχου και της απώλειάς του, της διεκδίκησης και της κτητικότητας, του μέτρου και της υπέρβασης.

Το κοινό κάποιες φορές είναι σαν να βλέπει μέσα από μία μετρημένη ηδονοβλεπτική οπτική τόσο αποκαλυπτική όσο το ματάκι μίας πόρτας που βγάζει στον σκοτεινό χώρο του ασυνείδητου, των ανομολόγητων φαντασιώσεων και των απωθημένων. Επιπλέον, η έννοια της σχέσης εξετάζεται υπό ένα άλλο πρίσμα όσον αφορά την ανάγκη της επιβεβαίωσης, την θεωρία των χρήσεων και ικανοποιήσεων, την αυτονομία και την εξάρτηση, την αγάπη προς τον εαυτό, ενώ υπογραμμίζεται με κάθε ευκαιρία το ανέφικτο της εξ’ ολοκλήρου αφοσίωσης στον άλλον. Το κατ’ αποκλειστικότητα δόσιμο στον/στην σύντροφο τίθεται υπό βαθιά αμφισβήτηση κυρίως από τις δεσμεύσεις που έχει κάποιος πρωτίστως ως προς το άτομό του.

Το Phantom Thread μεταξύ άλλων, απομυθοποιεί το εξιδανικευμένο πρότυπο του τέλειου σμιξίματος καταδεικνύοντάς το ως μία ρόδινη, αφελή ψευδαίσθηση που κρέμεται σαν κατάρα πάνω από το κεφάλι οποιουδήποτε υποτίθεται ότι αντιπροσωπεύει για τον καθέναν το έτερον του ήμισυ. Παίζει με ευαίσθητες χορδές του ψυχισμού, με αθέατες πτυχές του ‘εγώ’, με ψυχαναλυτικές προεκτάσεις που φέρουν και στοιχεία του Οιδιπόδειου. Δίνεται η εντύπωση ότι η κάθαρση ξεπροβάλει σπάνια χάρη σε λίγες γνήσιες αναλαμπές συντροφικότητας αφού κατά τ’ άλλα στην συμβίωση των πρωταγωνιστών οι καταπιεσμένες τους τάσεις βρίσκουν μία στρεβλή εκτόνωση που αγγίζει τα όρια ενός φετιχιστικού δεσμού. Ανοίγουν πληγές ο ένας στον άλλον ενώ σπεύδουν σχεδόν στιγμιαία να τις επουλώσουν, για να γευτούν την εφήμερη λύτρωση μέσα από μία εμμονική προσκόλληση και φροντίδα που κάποτε αποβαίνει τοξική και άκρως χειριστική. Το μοτίβο του Πυγμαλίωνα και της μαθητευόμενης αλλάζει, με τους συνακόλουθους ρόλους εξουσίας να αναδιαμορφώνονται και να αναδιανέμονται, επαναπροσδιορίζοντας και την σημασία της ισοτιμίας.

Η διελκυστίνδα ανάμεσα στον συμβιβασμό και την απολυτότητα τεντώνει επικίνδυνα, χωρίς να απαντάται ξεκάθαρα το ποιός παραπλανεί ποιόν, όπως ούτε και το εάν τελικά στον έρωτα υφίσταται υποτέλεια ή αμοιβαιότητα που πάντως δεν επιτυγχάνεται αβασάνιστα. Ο Daniel Day-Lewis αυτή τη φορά, με την στόφα και το ταμπεραμέντο ενός πεπειραμένου μέντορα της haute couture, ράβει τα αρχικά του πάνω στο κύκνειο άσμα της καριέρας του υποκύπτοντας στην πολιορκία του αντίθετου φύλου και συνδεόμενος άρρηκτα μαζί του με ένα μυστικό νήμα, μία «αόρατη κλωστή».

Πηγή: unboxholics.com

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ